Τσετσενία, ο αιματηρός αγώνας για την ελευθερία από ένα λαό χωρίς πατρίδα. - Historical Report

Historical Report

History & Anthropology Studies

Science for all

Φωτογραφία του χρήστη Historical Report.

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Τσετσενία, ο αιματηρός αγώνας για την ελευθερία από ένα λαό χωρίς πατρίδα.

Οι Τσετσένοι είναι γηγενής λαός από τον βόρειο Καύκασο. Μιλούν μια ιδιαίτερη καυκάσια γλώσσα που δεν είναι ούτε σλαβική, ούτε τουρκική, ούτε περσική, αλλά είναι στενά συνδεδεμένη με την γλώσσα της γειτονικής Ινγκουσετίας.
Οι Τσετσένοι και οι προγονοί τους, όπως φαίνεται, έχουν ζήσει στο βόρειο Καύκασο που ήταν η πατρική τους γη για πολλές χιλιάδες χρόνια. Ένα μέρος ή όλη τους η γη είχε κατακτηθεί για μεγάλες χρονικές περιόδους από Ιρανούς Alans (προγόνους των Οσσετίων) από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα, από την Χρυσή Ορδή (Golden Horde) τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, και μετά από την Ρωσική Αυτοκρατορία, η οποία βρισκόνταν σε ανταγωνισμό για την κυριαρχία του Βορείου Καυκάσου που ξεκίνησε τον 16ο αιώνα, τελικά κατάφερε να κατατροπώσει τους Οθωμανούς και Πέρσες αντιπάλους της.

Οι Τσετσένοι ήταν από την παράδοση τους αδιαπραγμάτευτα ανεξάρτητοι και δημοκρατικοί βουνίσιοι. Ο Ρώσος ποιητής Lermontov το 1832, έγραψε: «Ο θεός τους είναι η ελευθερία, ο νόμος τους είναι ο πόλεμος». Από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι Τσετσένικες φυλές προσχώρησαν στη Σουνιτική θεώρηση (σέκτα) της μουσουλμανικής θρησκείας, με έμφαση στο πρότυπο του μυστικιστικού Σουφισμού, ο οποίος συνδιάζει τον ασκητισμό, την αναζήτηση της προσωπικής ένωσης με το θεό, την υποταγή των δόκιμων μοναχών στον αρχηγό και τη δοξασία του ghazavat, ή του ιερού πολέμου, σαν μέσο άμυνας εναντία στην ξένη κυριαρχία. Η μουσουλμανική θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Τσετσένικη κοινωνία. Ωστόσο, η αρχέγονη δομή της φατρίας στην κοινωνική και πολιτική ζωή παραμένει σταθερή, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη αιματηρές βεντέτες και άλλα έθιμα.
Η Tσετσένικη γη έχει έκταση περίπου 6.000 τετραγωνικά μίλια. Τα δυτικά της σύνορα με τη δημοκρατία της Ινγκουσετίας δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί. Η Γεωργία, που είναι τώρα ανεξάρτητο κράτος, εξαπλώνεται πάνω από τα βουνά μέχρι το νότο. Το Νταγκεστάν, μια δημοκρατία της ρωσικής ομοσπονδίας, βρίσκεται ανατολικά και βόρεια, ενώ η Stavropol Krai και η βόρεια Δημοκρατία της Οσσετίας καλύπτουν το βορειοδυτικό τμήμα της Tσετσένικης γης. Το Βόρειο μισό της Τσετσενίας είναι ένα εύφορο κομμάτι γης που διασχίζεται από τους ποταμούς Terek και Sunja. Το νότιο μισό περικλείει τους δασώδεις πρόποδες που φθάνουν ως τις βόρειες πλαγιές της κύριας οροσειράς του Καυκάσου.
Σύμφωνα με την απογραφή του 1989, ο πληθυσμός της Τσετσενο-Ινγκουσετικής Αυτόνομης Δημοκρατίας αριθμείται σε 1.270.000 κατοίκους. Οι περιοχές που τώρα θεωρούνται μέρος της Τσετσενίας είχαν 1.084.000 κατοίκους, από τους οποίους 715.000 ήταν Τσετσένοι, 269.000 ήταν Ρώσοι (μαζί με τους Κοζάκους) και 25.000 Ινγκουσέτιοι. Το 1989 ο πληθυσμός της Τσετσένικης πρωτεύουσας Γκρόζνι ήταν 397.000, εκ των οποίων 210.000 ήταν Ρώσοι και 121.000 Τσετσένοι. Από την απογραφή του 1989 έχει γίνει σημαντική μετανάστευση Ρώσων από το Γκρόζνι στην Τσετσενία, πιθανόν πάνω από 100.000 άτομα, πριν ακόμα από το Δεκέμβριο του 1994. Οι Τσετσένοι, που ζούσαν σε άλλες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ, το 1989 υπολογίζονται στους 242.000, με 58.000 στο Νταγκεστάν, 50.000 στο Καζακστάν, 19.000 στην Ινγκουσετία και 2.000 στην Μόσχα.
Οι Τσετσένοι αρχικά ήταν βοσκοί και κτηνοτρόφοι. Σύμφωνα με την απογραφή του 1989 το 70% των Τσετσένων ζούσαν σε αγροτικές περιοχές. Οι πλούσιες πετρελαιοπηγές που βρίσκονταν γύρω από το Γκρόζνι, είχαν ήδη υποστεί εκμετάλλευση από το 1893. Αν και η τωρινή παραγωγή πετρελαίου έχει παρακμάσει (το 1992 υπερβαίνει ελάχιστα τους 3.500.000 τόνους), το Γκρόζνι έχει παραμείνει σημαντικό κέντρο διύλισης (περίπου 6.500.000 τόνους πετρελαίου το 1992) και πετροχημικής παραγωγής. Αποτελεί ένα κομβικό σημείο για εμπόριο μέσω των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων, αλλά και για σημαντικούς αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αεριού. Το ενδιαφέρον της Ρωσίας να ελέγξει τους αγωγούς του πετρελαίου της Κασπίας αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στο να παρθεί η απόφαση να σταλεί ρωσικός στρατός στην Τσετσενία. Η απασχόληση στην πετρελαιοβιομηχανία του Γκρόζνι αποτέλεσε πόλο έλξης για πολλούς Ρώσους. Έτσι ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε από 97.000 (68.000 Ρώσους) το 1926 σε 397.000 (210.000 Ρώσους) το 1989.
Το Ρωσικό σύνταγμα (άρθρο 65) καταγραφεί την Τσετσένικη Δημοκρατία σαν ένα μέρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Παρ’ όλα αυτά η κίνηση απόσχισης άρχισε να κερδίζει έδαφος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1991 η Τσετσενία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στις 17 Μαρτίου του 1992 τέθηκε σε ισχύ σύνταγμα το οποίο ορίζει την Τσετσένικη δημοκρατία ως ένα ανεξάρτητο λαϊκό κράτος που κυβερνάται από την βουλή και τον πρόεδρο της δημοκρατίας.
Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ευρασία έχει οδηγήσει σε πολλά γεγονότα τα οποία ελάχιστοι αναλυτές της Δύσης είχαν προβλέψει κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ένα από τα πιο απίθανα γεγονότα που σχετίζεται με την κατάρρευση του κομμουνισμού σε αυτήν την αχανή έκταση, ήταν η συντριπτική νίκη της μικρής αυτόνομης ισλαμικής δημοκρατίας της Τσετσενίας στον πόλεμο του 1994 – 1996, για την ανεξαρτησία, εναντία στην Ρωσική ομοσπονδία. Θυμίζει την περίπτωση Δαβίδ εναντίον Γολιάθ. Ομάδες Τσετσένων μαχητών αντιμετώπισαν τη δύναμη του Ρωσικού στρατού, συχνά με ανοιχτές πολεμικές συρράξεις, και σημείωσαν επανειλημμένες νίκες με έξυπνους στρατηγικούς ελιγμούς, κατά του επαγγελματικού στρατού της Μόσχας ο οποίος είναι μεγαλύτερος αριθμητικά και καλύτερα εξοπλισμένος.
Ενώ ο προηγούμενος αρχηγός του Ρωσικού στρατού, ο υπουργός εθνικής άμυνας Pavel Grachev καυχιόταν ότι η συντριβή των Τσετσένων αυτονομιστών με μια μόνο αεροπορική μοίρα είναι υπόθεση λίγων ωρών, η πανωλεθρία στην Τσετσενία απέδειξε στον κόσμο πόσο πολύ είχε επιδεινωθεί η αποτελεσματικότητα του Ρωσικού στρατού στη μάχη.
Ενώ οι Τσετσένοι μπορούσαν επίσημα να δηλώνουν ότι είναι νικητές του πρώτου ρωσο-τσετσενικού πολέμου της δεκαετίας του 1990, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένας νικητής σ’ αυτή την αιματηρή διαμάχη. Πλήθος Τσετσένικων χωριών καταστράφηκαν, το Γκρόζνι ισοπεδώθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους βομβαρδισμούς που έγιναν στην Ευρώπη από την εποχή του βομβαρδισμού της Δρέσδης. Δεκάδες χιλιάδες Τσετσένοι και Ρώσοι που ζούσαν στην Τσετσενία έχασαν τη ζωή τους, εκατοντάδες χιλιάδες έγιναν πρόσφυγες και η οικονομία της ανεξάρτητης Ichkeria, (όπως ήταν τότε γνωστή η Τσετσενία) κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή.
Παρά την απόπειρα κατασκευής ενός καθεστώτος αυτονομίας στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σαν δημοκρατία του Ταταρστάν, οι Τσετσένοι βρέθηκαν ανασυνταγμένοι πίσω από ηγέτες όπως ο Djokhar Dudayev, ο Aslan Mashkadon και ο Shamil Basayev, και επέλεξαν να πολεμήσουνε την διηπειρωτική Ρωσία μέχρις εσχάτων για πλήρη ελευθερία. Το βαρύ κόστος της ανεξαρτησίας για τον Τσετσένικο λαό δεν μπορεί να υπολογιστεί με κοινωνικό-οικονομικούς όρους.
Εάν η καταστροφή από την πρώτη μετα-σοβιετική εισβολή δεν ήταν επαρκής, η πλειοψηφία της υποδομής της μικρής Τσετσένικης δημοκρατίας, η οποία ξαναχτίστηκε το 1996, ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά από τους Ρωσικούς βομβαρδισμούς στα τέλη του 1999 με αρχές του 2000, που ξεπέρασαν σε ένταση ακόμα και εκείνες του προηγουμένου πολέμου.
Καθώς, από το καλοκαίρι του 2000, ο Ρωσικός στρατός είναι απασχολημένος με μια δεύτερη πιο καταστροφική εισβολή στην Τσετσενία που εμμένει στην ανεξαρτητοποίηση της, πολλοί λίγοι από το Κρεμλίνο φάνηκε να έχουν διδαχθεί από τον πρώτο πόλεμο. Παρά τις απώλειες ζωών των στρατιωτών τους (παραδέχθηκαν το θάνατο περίπου 2.500 στρατιωτών σε αυτή την δεύτερη εκστρατεία, αριθμός μάλλον χαμηλός σύμφωνα με τους εξωτερικούς αναλυτές), η Ρωσική κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να εκδικηθεί για την ήττα της στον προηγούμενο Τσετσένικο πόλεμο με κάθε κόστος. Ο νέος πόλεμος στην Τσετσενία ακολουθεί το σχέδιο του πολέμου του 1994-1996 και με αργό ρυθμό μετατρέπεται σε πόλεμο οικονομικής φθοράς, καθώς αποστραγγίζει τον Ρωσικό πλούτο, και καταλήγει σε εκπληκτικά μεγάλο κόστος σε ζωές, για τους κάποτε γεμάτους αυτοπεποίθηση Ρώσους στρατηγούς. Οι στρατηγοί προέβλεπαν με μεγάλη σιγουριά ένα μικρό νικηφόρο πόλεμο ενάντια στους «τρομοκρατικούς ληστρικούς σχηματισμούς», το φθινόπωρο του 1999 ο δεύτερος Ρωσο-Τσετσενικός πόλεμος έχει καταλήξει σε τέλμα.
Οι πολιτικοί της Δύσης παρακολουθούν κατάπληκτοι την Ρωσία να εμπλέκεται σεολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στους αμάχους κι αυτό δείχνει από μόνο του ότιο δεύτερος Τσετσένικος πόλεμος είχε όλη τη λογική μιας Αμερικανικής εισβολής στο Βιετνάμ, προκειμένου να εκδικηθεί για την ήττα από τους Βιετκόνγκ. Η αίσθηση μιας συλλογικής αμνησίας που αφορά τις απώλειες στην πρώτη αιματηρή Τσετσένικη διαμάχη, η οποία κυριαρχεί στην Ρωσία σήμερα, προσφέρει μια μεγάλη αντίθεση στην σιωπηλή αίσθηση της συλλογικής μνήμηςαπό την προηγουμένη καταπίεση που γνώρισαν οι Τσετσένοι, εχθροί της ρωσικής ομοσπονδίας.
Ενώ πολλά έχουν γραφτεί για τους λόγους που οδήγησαν τη Ρωσική Κυβέρνηση να ξεκινήσει τον δεύτερο μετασοβιετικό Τσετσένικο πόλεμο (συγκεκριμένα αναφέρεται η επιδέξια πολιτική του προέδρου Πούτιν να τιθασεύει την δύναμη σε ένα κύμα ρωσικής ξενοφοβίας και μιλιταρισμού), πολύ λίγη προσοχή έχει δοθεί στους αντιπάλους της Ρωσίας, τους Τσετσένους ή στους λόγους που για δεύτερη φορά έμπαιναν οι τελευταίοι σε πόλεμο με τον Ρωσικό στρατό. Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας παράγοντας που έχει παραληφθεί τελείως από τους υπολογισμούς της Δύσης για τις πρόσφατες Ρωσο-Τσετσένικες διαμάχες και αυτός είναι οι Τσετσένοι από μόνοι τους. Με απερισκεψία περιγράφτηκαν ως «τρομοκρατικοί ληστρικοί σχηματισμοί» από τον Ρωσικό τύπο και εκτιμήθηκε σαν «εσωτερικό πρόβλημα» από τους πολιτικούς της Δύσης σκοπεύοντας περισσότερο στο να δικάσουν τον Ρώσο αρχηγό παρά να αποτρέψουν την μαζική κατάχρηση των χαρακτηριζόμενων ως ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι Τσετσένοι αγνοήθηκαν σαν λαός από αυτούς που παρακολούθησαν τον πρόσφατο πόλεμο. Τυπικά, εκείνοι οι οποίοι μελέτησαν τον πόλεμο έκαναν εκτιμήσεις για τους Τσετσένους οι οποίες ήταν υπεραπλουστευτικές, τονίζοντας την μακρά παράδοση πολέμου ανά τους αιώνες με τους Ρώσους με το αιτιολογικό της στενόμυαλης αντίστασης στους Ρώσους. Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ αποτελεί γεγονός η συλλογική μνήμη της πρόσφατης γενοκτονίας που βίωσε αυτός ο μικρός λαός από την Σοβιετική κυβέρνηση (το χρονικό διάστημα 1940 με 1950) και η οποία έχει παίξει ρόλο καταλύτη στην στρατιωτικοποίηση αυτής της μουσουλμανικής κοινωνίας στην μετα-σοβιετική εποχή.
ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ
 Οι αναλυτές έχουν προσδιορίσει, εν μέρει, τους λόγους που οδήγησαν στο να παρθεί η απόφαση από τους Τσετσένους αρχηγούς να περάσουν σε πόλεμο με την Ρωσία τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο Ρωσο-Τσετσένικο πόλεμο της δεκαετίας του 1990, αναφερόμενοι σε μια πολεμική παράδοση που χαρακτηρίζει αυτόν τον Ισλαμικό Καυκάσιο βουνίσιο λαό, ο οποίος είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα γνωστός σαν αμείλικτος εχθρός της Ρωσίας. Αυτή η έχθρα με την Ρωσία έχει αυξηθεί από το γεγονός ότι οι Τσετσένοι έχουν έναν πολιτισμό που δοξάζει τα όπλα. Έχουν επίσης δυνατούς κώδικες τιμής, η υπεράσπιση των οποίων πολλές φορές οδηγεί σε αιματηρές βεντέτες. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία κανένα έθνος γύρω από τον Βόρειο Καύκασο δεν είχε μια τόσο βίαιη πορεία διαμάχης με τους Ρώσους, όπως οι Τσετσένοι.      
Με την πάροδο του 19ου αιώνα, οι Τσετσένοι μαθητές (ιεροί πολεμιστές, που ανήκουν στις αδελφότητες της αίρεσης Sufi) μάχονται σε ένα αιματηρό πόλεμο εναντία στην επεκτατική Ρωσική Αυτοκρατορία κατά την διάρκεια της οποίας πολλά χωριά ορεσίβιων και οι κάτοικοι τους σφαγιάστηκαν από τις Ρωσικές δυνάμεις εισβολής. Τα μέρη όπου θάφτηκαν οι σκοτωμένοι μαθητές και οι θρησκευτικοί αρχηγοί της αίρεσης Sufi συνέχισαν να αποτελούν μνημείο σε αυτήν την μάχη και εφόδιο για ένθερμους Τσετσένους μουσουλμάνους κατά την σοβιετική περίοδο, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τις αρχές προκειμένου να ξεριζώσουν τέτοιους «πρωτόγονους και προληπτικούς συνεχιστές». Η επίσκεψη στον τάφο ενός μαθητή της αίρεσης Sufi επιβεβαιώνει την Τσετσένικη ισλαμική ταυτότητα κατά την διάρκεια μιας περιόδου αναγκαστικού κομμουνιστικού αθεϊσμού και το σύνδεσμο με τους ευσεβείς προγόνους.
Η συλλογική μνήμη από την βάρβαρη υποδούλωση των προγόνων των Τσετσένων από τη Ρωσία παρέμεινε ζωντανή κατά την διάρκεια της σοβιετικής περιόδου παρά το γεγονός ότι οι Τσετσένοι μαθητές που μάχονταν ενάντια στην Ρωσία περιγράφτηκαν σε επίσημα σοβιετικά κείμενα ως «φανατικοί – αντιδραστικοί» και «μεγαλοαστοί ληστές». Κάτι που δεν ίσχυε βέβαια μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οπότε οι Ρώσοι αντιβασιλείς Vorontson και Bariatinskii, τελείωσαν την εργασία που τους ανατέθηκε από τον στρατηγό Yermolov, σύμφωνα με την οποία οι φοβεροί βουνίσιοι μουσουλμάνοι Τσετσένοι, ο γηγενής πληθυσμός αυτής της Καυκάσιας περιοχής που, παρά τη θέληση του, ενέδωσε σε μια διοίκηση από τους Ρώσους και τους σοβιετικούς, η οποία κράτησε πάνω από ένα αιώνα. Από το οχυρό του Γκρόζνι (το οποίο σημαίνει «τρομερό» ή «απειλητικό» στα Ρωσικά, όπως ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός), ο στρατός του Yermolov είχε αρχίσει να διώχνει τους Τσετσένους από τις πεδιάδες στα βουνά.
Ο Yermolov δήλωσε κατά λέξη: «Εγώ επιθυμώ ο τρόμος του ονόματος να φυλάξει τα σύνορα μας περισσότερο δραστικά από ότι οι αλυσίδες και τα φρούρια, ο λόγος μου πρέπει να είναι για τους κατοίκους ένας νόμος πιο αναπόφευκτος κι από τον θάνατο», δήλωση την οποία θυμούνται ακόμα και σήμερα οι Τσετσένοι. Αυτή η μακρόχρονη μνήμη του πολέμου με τους Ρώσους παίζει ένα ρόλο-κλειδί, κυρίως στην απόφαση πολλών Τσετσένων μαχητών να σηκώσουν τα όπλα και να παλέψουν ενάντια στους ιστορικά «Άλλους» προς το λαό τους, κατά τη διάρκεια του Τσετσένικου πολέμου του 1994 έως το 1996 και την επακόλουθη ρωσική εισβολή του 1999 – 2000.
Κανένα γεγονός στην αιματηρή ιστορία των σχέσεων μεταξύ Τσετσένων και Ρώσων δεν είχε μια τόσο μακροχρόνια επίδραση στην συλλογική ψυχή αυτού του λαού, όσο ο τραγικός ξεριζωμός τους από την πάτρια γη στην κεντρική Ασία, στις τελευταίες μέρες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 η NKVD (πρόδρομος της KGB) τοποθέτησε μεραρχίες γύρω από όλα τα Τσετσενικά χωριά και με περίσσια βιαιότητα φόρτωσε ολόκληρο το Τσετσένικο πληθυσμό σε οχήματα μεταφοράς ζώων για την «μετακίνηση» τους από τον τόπο τους σε πεδιάδες του Καζακστάν, στην τάιγκα της Σιβηρίας, και σε βουνά του Κιργκιζιστάν με την επίσημη δικαιολογία ότι είχαν συνεργαστεί με την Βέρμαχτ κατά την διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην πρώην σοβιετική ένωση. Χιλιάδες ορεσίβιοι Τσετσένοι πέθαναν, επάνω σε σφραγισμένα κάρα, εξ αιτίας της έλλειψης νερού και φαγητού, των άθλιων συνθηκών υγιεινής και της έλλειψης ιατρική περίθαλψης, ενώ χιλιάδες ήταν και αυτοί που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα αφιλόξενα μέρη που στήθηκαν οι καταυλισμοί τους. Οι απώλειες σε αυτήν την τραγωδία ξεπέρασαν ακόμα και εκείνες των τελευταίων πολέμων.
Για δώδεκα χρόνια οι εξασθενημένοι Τσετσένοι ζούσαν διασκορπισμένοι, μακριά από την πατρική γη. Με τον θάνατο του Στάλιν και την αύξηση της εξουσίας του ρεφορμιστή σοβιετικού αρχηγού Nikita Khryshchev επιτράπηκε στους Τσετσένους η επιστροφή στη Τσετσενο-Ινγκουσέτικη Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, που την μοιράστηκαν με τους εθνο-γλωσσικούς συγγενείς τους, τους Ινγκουσέτιους.
Παρά το γεγονός ότι ήταν η σοβιετική κυβέρνηση που τους εξόρισε και ούτε ο Ιωσήφ Στάλιν ούτε ο αρχηγός της NKVD, o Lavrentii Beria ήταν Ρώσοι (που στην πραγματικότητα ήταν από την Μινγκρέλια της Γεωργίας), αυτό το στοιχείο διαφοροποίησης παραβλέφθηκε από τους Τσετσένους οι οποίοι είδανε την εξορία ως την «τελική λύση» στην επί δεκαετίες σθεναρή αντίσταση απέναντι στον ρωσικό ζυγό. Στην Τσετσένικη συλλογική μνήμη αναφορικά με την εξορία, αυτό που εντυπώθηκε και παραμένει ουσιαστικό είναι πως οι Ρώσοι είναι αυτοί που πραγματοποίησαν αυτή τη θηριωδία.
Η συλλογική μνήμη αυτού του γεγονότος χώρισε την Τσετσένικη ταυτότητα από αυτήν τη μέρα και οι «ειδικοί» που αναλύουν τις σχέσεις των ηγετών των Τσετσένων με τους γειτονικούς λαούς και τις γειτνιάζουσες περιοχές (όπως την πρόσφατα ανεξάρτητη δημοκρατία της Γεωργίας, τους ομόφυλους Ινγκουσέτιους, τους εν μέρει Χριστιανούς Οσσέτιους, την Μόσχα, και πιο πρόσφατα την αποτελούμενη από πολλά έθνη δημοκρατία του Νταγκεστάν της Ρωσικής ομοσπονδίας) θα έπρεπε λαμβάνουν υπ’ όψη τους αυτό το παράγοντα όταν προσπαθούν να κάνουν προβλέψεις για τις πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες των Τσετσένων.
Σήμερα, ελάχιστοι στη Δύση δείχνουν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την αξιοπρόσεκτη φύση του τραγικού γεγονότος, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τη σύγχρονη Τσετσένικη κοινωνία και την δυναμική της και την εικόνα των συλλογικών δραστηριοποιήσεων των ανθρώπων αυτών.
Η ανάλυση της εξορίας και των τρόπων με τους οποίους οι Τσετσένοι εθνοκρατικοί εκπρόσωποι έχουν εκμεταλλευτεί αυτό το γεγονός, θα δώσει μια μοναδική γνώση των τρόπων, με τους οποίους κοινωνίες μορφώθηκαν, πολιτικά πολιτισμικά και κοινωνικά, με βάση τις μνήμες από την θηριωδία σε βάρος τους. Επίσης, θα δείξει τους τρόπους με τους οποίους η υπενθύμιση της τραγωδίας αυτών των ανθρώπων μπορεί να κινητοποιήσει πολιτικά και στρατιωτικά τους απειλούμενους πληθυσμούς.
Όπως γίνεται στο μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, τα έθνη και οι εθνοτικές ομάδες του Καυκάσου έχουν ανταγωνιστικές εθνο-κρατικές ιστορίες. Ο Ρωσικός πληθυσμός του Βορείου Καυκάσου ακόμα χαρακτηρίζεται από την τάση να βλέπει τους Τσετσένους σαν προδότες της σοβιετικής γης (izmeniky rodiny) κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι, οι κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν τον λαό για μαζική προδοσία εναντίον της ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια της ναζιστικής εισβολής, ευσταθούν.
Με επίσημη απόφαση ανακοινώθηκε η κατάργηση της Τσετσένο-Ινγκουσέτικης ΑSSR (=Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και της γειτονικής Κριμαϊκής) και αναφέρονταν οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση για εξορία του πληθυσμού: «Κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όταν ο λαός της ΕΣΣΔ υπερασπίστηκε με ηρωισμό την τιμή και την ανεξαρτησία της γης των προγονών τους, με τον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς-φασίστες εισβολείς, πολλοί Τσετσένοι και πολλοί Τάταροι της Κριμαίας, με πρόσκληση των Γερμανών, συμμετείχαν σε εθελοντικές ομάδες που οργανώθηκαν από τους Γερμανούς και μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα πήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα ενάντια στις ομάδες του κόκκινου στρατού… Ενώ η κυρία μάζα του πληθυσμού των Τσετσένων, Ινγκουσέτιων και πολιτών της Κριμαίας, δεν πήραν μέρος στην αντίσταση ενάντια στους καταπατητές της πάτριας γης».
Υπάρχει, βέβαια, κάποια ιστορική βάση σχετικά με τις κατηγορίες για την συνεργασία με τους Γερμανούς. Αρκετές χιλιάδες Τσετσένοι, που μάχονταν στις τάξεις του Ρωσικού στρατού, αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και επάνδρωσαν ομάδες υποστήριξης της Βέρμαχτ. Επιπρόσθετα, είναι αξιοσημείωτο ότι μερικοί Τσετσένοι στασίασαν πριν την εισβολή, σαν απάντηση στην πολιτική κολλεκτιβοποίησης του Στάλιν.
Όμως αυτοί αποτελούσαν την εξαίρεση, καθώς χιλιάδες Τσετσένοι πολέμησαν πιστά για την σοβιετική γη στον κόκκινο στρατό, κατά την διάρκεια της γερμανικής εισβολής. Περίπου 18-40.000 Τσετσένοι κινητοποιήθηκαν για να πολεμήσουν μαζί με τις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις και πολλοί πήραν μετάλλια και προαγωγές για τον ηρωισμό τους κατά την διάρκεια του πολέμου.
Ο Γερμανικός στρατός εισέβαλε μόνο στην Τσετσένικη περιοχή Malgobek, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Τσετσενίας ήταν εκτός του ελέγχου των γερμανικών στρατευμάτων.
Οι Τσετσένοι, φυσικά, έχουν άλλη εικόνα από τα γεγονότα που σχετίζονται με την εξορία, η οποία αντιπαρατίθεται στην επίσημη σοβιετική εκδοχή.
Οι Τσετσένοι μεγαλώνουν και ανατρέφονται με ζωντανές αφηγήσεις για το τραγικό γεγονός. Στις ιστορίες για την εξορία ο ρόλος των Τσετσένων που συνεργάστηκαν με τους ναζί συνήθως υποβαθμίζεται. Αντίθετα, δίνεται έμφαση στην προδοσία του Στάλιν στους πιστούς σ’ αυτόν Τσετσένους και στο διωγμό τους. Επί πλέον εξιστορείται η βαρβαρότητα κατά την διάρκεια της εξορίας και της δημιουργίας καταυλισμών στην Κεντρική Ασία. Μνήμες χαμένων μελών οικογενειών, όπως ένας θείος που πυροβολήθηκε, επειδή κινούνταν αργά προς το σημείο συγκέντρωσης, μια γιαγιά η οποία πέθανε από καρδιακή προσβολή στο τραίνο προς την κεντρική Ασία ή ένας ξάδερφος που πέθανε στις παγωμένες στέπες του Καζακστάν, ανακαλούνται στη μνήμη μέχρι και σήμερα.
Η παλιότερη γενιά, η οποία επιβίωσε από την εξορία, στην πραγματικότητα έγινε ένα ζωντανό μνημείο στην κοινή τραγωδία του λαού και ένας θησαυρός από μνήμες και στεναχώριες, οι οποίες πέρασαν στις νέες γενιές. Σχεδόν όλοι οι Τσετσένοι έχουν προσωπικό δεσμό με κάποιον από τους ανθρώπους που απομακρύνθηκαν και πέθαναν στην εξορία. Αυτό υπογραμμίζεται και από το προσφιλές Τσετσένικο ρητό: «Τίποτα δεν έχει ξεχαστεί, τίποτα δεν θα ξεχαστεί», το οποίο εκφράζει πλήρως την αποφασιστικότητα αυτού του λαού να διατηρήσει ζωντανή κάθε θύμηση της εξορίας.
Φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε καμία επέτειος αυτής της εθνικής τραγωδίας κατά την διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας. Αν και οι λανθασμένες κριτικές ενάντια στους Τσετσένους, για μαζική προδοσία, καταρρίφθηκαν το 1956 από τον Krushchev, επιτρέποντας τον επαναπατρισμό τους, η σοβιετική κυβέρνηση δεν αποζημίωσε τα θύματα από την εξορία, ούτε επέτρεψε ανοιχτή επέτειο μνήμης γι’ αυτή την «παραφωνία» στο σοσιαλιστικό σχεδιασμό.
Από το 1991 και μετά, υπήρχε παρ’ όλα αυτά, μια αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για την εξορία και την περίοδο των εκτοπισμών. Μια οργάνωση, η Συμμαχία Καταπιεσμένων Λαών (Konfederatsiia Repressirovannikh Narodov) είχε ήδη σχηματιστεί το 1990 με σκοπό να συνενώσει τα έθνη που εκδιώχθηκαν από τον Στάλιν. Άρθρα εφημερίδων στην Τσετσενία ξεκίνησαν για πρώτη φορά να φέρνουν στο φως τη φρίκη της εξορίας. Δόθηκαν διαλέξεις σχετικά με το γεγονός αυτό και ξεκίνησαν να εκδίδονται βιβλία στα Ρωσικά, αλλά και στα Τσετσενικά, σχετικά με ένα θέμα που πριν ήταν ταμπού.
Μετά από το 1991, εθνοτικές ομάδες της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως οι Buryats, οι Τάταροι του Βόλγα, οι βόρειες σιβηρικές μειονότητες (συγκεκριμένα οι Evenks), οι Ινγκουσέτιοι, οι Yakuts και οι Τσετσένοι, άρχισαν να διαφοροποιούνται και να διερευνούν απαγορευμένα κεφάλαια του σοβιετικού παρελθόντος.
Σε πολλές περιπτώσεις η ιστορία του κατατρεγμού αυτού του λαού κατά την σοβιετική περίοδο οδήγησε σε αντιρωσικά αισθήματαΟ Ρωσικός πληθυσμός, ο οποίος ήταν διασκορπισμένος σε δημοκρατίες με εθνικά χαρακτηριστικά και αυτόνομες εδαφικές περιοχές, μέσα στην Ρωσία και σε εκείνους που ξαφνικά βρέθηκαν πέρα από τα ρωσικά σύνορα, σε κοντινές περιοχές (Blizhnee Zarubezh’e, πρόσφατα ανεξάρτητες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες), μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη άρχισε να διακατέχεται από μια ανησυχία, που συνεχώς αυξανόταν.
Οι περισσότεροι Ρώσοι είχαν ταυτιστεί με το σοβιετικό κράτος και ήταν επιρρεπείς στο να βλέπουν τους τοπικούς, μη-σλαβικούς εθνικισμούς με αρνητικό μάτι. Οι Ρώσοι νομοθέτες και αξιωματούχοι στην Τσετσενο-Ινγκουσετική αυτόνομη δημοκρατία (όπου υπήρχαν περίπου 300.000 Ρώσοι και κοντά στο 1.000.000 Τσετσένοι και Ινγκουσέτιοι το 1990) είχαν την τάση να παίρνουν το μέρος των κεντρικών αρχών της Μόσχας, ενώ οι Τσετσένοι αρχηγοί άρχισαν να υιοθετούν την ιδέα για μεγαλύτερη ανεξαρτησία.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, το αυξανόμενο ενδιαφέρον των Τσετσένων για την επέτειο της εξορίας, είχε πολιτική και συμβολική σημασία σ’ ό,τι αφορά τις σχέσεις της Τσετσενίας με τη Ρωσία. Καθώς οι εθνικιστές Τσετσένοι δημαγωγοί ξεκίνησαν να προπαγανδίζουν τον εθνικισμό, η φυλετική τους καθαρότητα άρχισε να μετατρέπεται σε δυνατό και υποβλητικό σύμβολο.
Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές που εμφανίστηκαν στην Ρωσία για την εξορία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν μια συλλογή από αναμνήσεις, από τα θύματα της εξορίας με τίτλο «ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ» (THUS IT WAS) (Tak eto Bylo, που δημοσιεύτηκε στην Μόσχα το 1993). Καθώς η γενιά, η οποία επέζησε της τραγωδίας, άρχισε να χάνεται σταδιακά οι αναφορές για την εξορία που βρίσκονται σε αυτήν την πολύτιμη δουλειά αποτελούν μια ανεκτίμητης αξίας πηγή πληροφοριών για αυτό το γεγονός το οποίο ακόμα δεν έχει εξεταστεί στο έπακρο από τους μελετητές στην Ρωσία και στην Δύση. Αυτές οι αναφορές παρέχουν βαθιά γνώση των τρόπων με τους οποίους οι ιστορίες σχετικά με τον διωγμό, που πέρασαν από γενιά σε γενιά, σμίλεψαν την συλλογική ανάμνηση ολοκλήρων γενεών, οι οποίες δεν βίωσαν άμεσα αυτήν την τραγωδία.
Οι αφηγήσεις για την εξορία συνήθως ξεκινούν με μια αναφορά για την άφιξη των στρατιωτών της NKVD στην Τσετσενία, τον Φεβρουάριο του 1944, με ένα φιλόξενο καλωσόρισμα από τους «εύπιστους» Τσετσένους.
Παρά το ότι υπήρχαν φήμες ότι άλλες εθνικότητες είχαν εξοριστεί πρωτύτερα, πολύ λίγοι υποπτεύονταν ότι οργανώνονταν μια στρατιωτική επιχείρηση εκκαθάρισης του Τσετσένικου έθνους από την γενέτειρα γη.
Σύμφωνα με μια Τσετσένικη αναφορά «οι γηγενείς κάτοικοι, με καυκάσια φιλοξενία δέχτηκαν τους στρατιώτες και αξιωματούχους χωρίς να υποπτευτούν ότι σε μερικά χρόνια αυτοί οι ίδιοι στρατιώτες θα σκότωναν πολλούς από αυτούς».
Τον Φεβρουάριο του 1944 περισσότεροι από 100.000 στρατιώτες και μια ολόκληρη μεραρχία με άρματα μάχης πήραν μέρος σ’ αυτήν τη μαζική στρατιωτική επιχείρηση, για να καταλάβουν όλα τα Τσετσενικά χωριά. Συγκεκριμένα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 στη σοβιετική γιορτή, γνωστή ως Ημέρα του Κόκκινου Στρατού, όλοι οι Τσετσένοι διατάχθηκαν να πάρουν μέρος στον εορτασμό.
Όταν συγκεντρώθηκαν στις πλατείες των χωριών ανακοινώθηκε μια απόφαση που έλεγε ότι «ως προδότες της σοβιετικής πάτριας γης» ολόκληρος ο Τσετσένικος λαός, άντρες, γυναίκες και παιδιά θα εξοριστούν στην κεντρική Ασία. Η αλλαγή πορείας 180 τραίνων και δεκάδων χιλιάδων μελών του στρατιωτικού προσωπικού από το μέτωπο αποτέλεσαν τροχοπέδη στην σοβιετική στρατιωτική αποτελεσματικότητα κατά τη διάρκεια της επίθεσης του κόκκινου στρατού το 1944. Η μετακίνηση 500.000 ανθρώπων για χιλιάδες χιλιόμετρα απαιτούσε σημαντικές δομές σε μεταφορά και ανεφοδιασμό, καθώς και σε σχεδιασμό. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται να έχει εκτελεστεί σαν στρατιωτική επιχείρηση (όσοι συμμετείχαν στην επιχείρηση έλαβαν στρατιωτικά μεταλλεία προς αναγνώριση των επιτευγμάτων τους).
Η NKVD ξεκίνησε αυτό που έχει περιγραφεί ως στρατιωτική επιχείρηση «ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ» (operation mountainner), στην Τσετσενο-Ινγκουσέτικη αυτόνομη σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία με μυστικό τρόπο από φόβο μήπως ο καταδικασμένος πληθυσμός καταλάβει τη μοίρα που του επιφύλασσε. Έγιναν προσπάθειες προκειμένου να ξεγελαστούν οι Τσετσένοι και οι Ινγκουσέτιοι από μια ψεύτικη αίσθηση ασφαλείας την παραμονή της εξορίας, σύμφωνα με τις διαταγές του αρχηγού Beria της NKVD.
Με τα στρατεύματα του σε θέση μάχης, ο Beria έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Στάλιν στο οποίο με υπερηφάνεια δηλώνει: «Πιστεύω ότι η στρατιωτική επιχείρηση εκδίωξης των Τσετσένων και των Ινγκουσέτιων θα διεκπεραιωθεί ομαλά».
Οι αφηγήσεις του βιβλίου, –σχετικά με τα γεγονότα της ημέρας του εκτοπισμού, δηλ. της 23ης Φεβρουαρίου του 1944, ημερομηνίας που αποτελεί τώρα εθνική ημέρα πένθους στην Τσετσενία–, αποτελούν το τυπικό είδος των αφηγήσεων σχετικά με το γεγονός αυτό: πολλοί διηγούνται πως κατά την Ημέρα του Σοβιετικού Στρατού (ο συμβολισμός είναι πραγματικός έτσι δεν είναι;), οι κάτοικοι των χωριών οδηγήθηκαν στις πλατείες –λες και ήτανε γιορτή– και, χωρίς να τους δοθεί χρόνος να μαζέψουν τα υπάρχοντα τους ή να πάνε στα σπίτια τους, οδηγήθηκαν με οχήματα στους κοντινότερους σιδηροδρομικούς σταθμούς.
Εκείνοι οι οποίοι ήταν ανίκανοι να περπατήσουν σκοτώθηκαν επί τόπου. Επίσης διηγούνται πως στο χωριό Κhaybek οι άρρωστοι, ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά, κάηκαν ζωντανοί. Μιλούν για την εξορία την οποία θυμάται κάθε Τσετσένος, νέος και γέρος, αλλά και για όλους τους Καυκάσιους πολέμους του τελευταίου αιώνα, λες και συνέβησαν χθες. Για κάθε Τσετσένο το όνομα του στρατηγού Yermolov είναι αλληλένδετο με το όνομα του Grachev.
Άλλη μια μαρτυρία που βρέθηκε στην συλλογή «THUS IT WAS» δείχνει την φρικαλεότητα της διαδικασίας εξορίας και παρουσιάζει γλαφυρά την τραγωδία στις νέες γενιές οι οποίες ακόμα και σήμερα ταυτίζονται με το γεγονός, αν και συνέβη μισό αιώνα πριν: Οι βουνίσιοι, (όπως προαναφέρθηκε), δέχτηκαν τους στρατιώτες σαν παιδιά τους, δίνοντας τους τα πάντα, φαγητό και ρούχα. Δεν ήθελαν να πιστέψουν τις φήμες που ήδη κυκλοφορούσαν σχετικά με την επικείμενη εξορία, και συχνά παρείχαν φιλοξενία στους στρατιώτες και αξιωματούχους.
Νωρίς το πρωί τις 23 Φεβρουαρίου 1944 στις πλατείες και στα περίχωρα του χωριού οι κάτοικοι ξύπνησαν με όπλα και οπλοπολυβόλα. Οι στρατιώτες τούς ανακοίνωσαν την διαταγή της Κρατικής Επιτροπής της Περιοχής και, ακολούθως, βρήκαν και οδήγησαν τους πάντες στον σιδηροδρομικό σταθμό.
Μετά ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του «σεναρίου». Στρατιώτες εισέβαλαν σε σπίτια οπλισμένοι με αυτόματα καθοδηγούμενοι από έναν αξιωματικό ο οποίος τους έδινε δέκα με δεκαπέντε λεπτά για να βγάλουν ηλικιωμένους, παιδιά και γυναίκες έξω από τα σπίτια, ενώ οι πληγωμένοι πετάχτηκαν έξω από τους ιατρικούς σταθμούς. Όποιος αντιστεκόταν τον πυροβολούσαν!!! Όποιος προσπαθούσε να διαφύγει, τον πυροβολούσαν!!! Όποιος δεν καταλάβαινε ορθά την διαταγή, τον πυροβολούσαν!!! Είχε δοθεί στους κατοίκους το διάταγμα της εξορίας στα ρώσικα και πολλοί δεν μιλούσαν ρωσικά… Στην γη της Τσετσενίας μέσα σε μερικές ώρες εκατοντάδες άνθρωποι θανατώθηκαν, άντρες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι.
Οι Τσετσένικες αφηγήσεις ανακαλούν στην μνήμη με ιδιαίτερη φρίκη, μια σφαγή η οποία έλαβε χώρα στο χωριό Khaybek κατά την διάρκεια της εξορίας. Ένας Τσετσένος αφηγείται:
«Γεννήθηκα το 1912 σε ένα χωριό της Motskara, στην περιοχή Galanchosk. Τώρα ζω στο Gekhi-Uch. Βεβαιώνω ότι η οικογένεια μου και οι συγγενείς μου, δεκαεννιά στον αριθμό, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι πυροβολήθηκαν και κάηκαν στο Khaybek από στρατιώτες.
Ο αδελφός μου Alimkhojaev Salambek, 35 χρονών εργαζόταν ως δάσκαλος. Πυροβολήθηκε ενώ περπατούσε στον δρόμο. Η γυναικά του είναι ακόμα ζωντανή, το όνομα της είναι Besiila… Μέχρι σήμερα φυλά την πλεξούδα μαλλιών της αδελφής της Partakhi. Η Partakhi πυροβολήθηκε και κάηκε μαζί με τα παιδιά της στο Khaybek».
Η NKVD δηλώνει για την σφαγή στο Khaybek:
«Βλέποντας ότι ήταν αδύνατη η μεταφορά των κατοίκων και την αναγκαιότητα εκπλήρωσης των στόχων του σχεδιασμού της επιχείρησης «ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ» έγκαιρα, ήταν απαραίτητο να σκοτώσουμε περισσότερους από 700 κατοίκους του χωριού Khaybek».
Για αλλά χωριά ο John Dunlop γραφεί: «Τους έπνιξαν, τους πυροβόλησαν ή τους σκότωσαν με χειροβομβίδες». Τα υπάρχοντα των εξόριστων, από είδη οικιακής χρήσης μέχρι ζώα και κτηνοτροφικό εξοπλισμό κατασχέθηκαν από μέλη της NKVD. Αυτό έδωσε σε αυτές τις στρατιωτικές ομάδες ένα επιπρόσθετο κίνητρο για να εμποδίσουνε τους εξόριστους από το να πάρουν τα υπάρχοντα τους μαζί τους στην γη που επανατοποθετήθηκαν. Όταν τα χωριά είχαν εκκενωθεί, κάηκαν συστηματικά από τα στρατεύματα της NKVD. Μια αυτόπτης μάρτυρας θυμάται: «Για μέρες μπορούσες να δεις χωριά να καίγονται στα βουνά».
Οι αφηγήσεις για τον εκτοπισμό δίνουν μεγάλη έμφαση στην φρίκη της διαδικασίας της εξορίας που υπήρχε.
Περίπου 387.229 Τσετσένοι και 91.250 Iνγκουσέτιοι (οι οποίοι μοιράζονταν την Τσετσενο-Iνγκουσέτικη αυτόνομη σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία με τους Τσετσένους) συγκεντρώθηκαν, υπό την απειλή όπλων, σε οχήματα μεταφοράς ζώων γνωστά σαν «echelons» για να εξοριστούν στην Σιβηρία και την Κεντρική Ασία.
Άλλοι 30.000 Τσετσένοι οι οποίοι ζούσαν απέναντι από τα σύνορα της Τσετσενο-Ινγκουσέτικης αυτόνομης Σοβιετικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας στις γειτονικές περιοχές του δυτικού Νταγκεστάν (περιοχή Aukhov) συνελήφθησαν από τους άνδρες του Beria και εξορίστηκαν κι αυτοί.
Επί πρόσθετα, ομάδες της NKVD ξεκίνησαν ένα κυνηγητό για Τσετσένους σε άλλες δημοκρατίες και εκατοντάδες από αυτούς, που ζούσαν στις επαρχίες του Αζερμπαϊτζάν, στο Krasnodar, το Rosotov της Ρωσίας και τη Γεωργία, συνελήφθησαν και εξορίστηκαν.
Μικρές ομάδες Τσετσένων στα βουνά είχαν την δυνατότητα να αποφύγουν την εξορία και να κάνουν αντισοβιετικές επιθέσεις για χρόνια μετά τον Φεβρουάριο του 1944, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των Τσετσένων δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής. Όσοι ανήκαν σ’ αυτήν την καταδικασμένη από το σοβιετικό καθεστώς εθνότητα αναγνωρίζονταν από τα εσωτερικά διαβατήρια, συλλαμβάνονταν και εξορίζονταν.
Στις αφηγήσεις των Τσετσένων τα περισσότερα ηλικιωμένα θύματα θυμούνται με πικρή ειρωνεία ότι μεταφέρθηκαν σε αποθήκες τραίνων, τα οποία παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην τότε Σοβιετική Ένωση. Οι Τσετσένοι επιβιβάστηκαν στα βαγόνια μεταφοράς ζώων, με μόνη διαφοροποίηση ότι τους παρείχαν μια σωλήνα τοποθετημένη στο πάτωμα για τουαλέτα.
Ο Mark Taplin γράφει για αυτά τα βαγόνια: «Τα οχήματα μεταφοράς ζώων είχαν κρατηθεί στην άκρη για την ειδεχθή δουλειά του Beria καθώς είχαν χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο και σε προηγούμενες εκτοπίσεις. Είχαν πιάσει κρούστα από παλιά περιττώματα και είχαν πασαλειφτεί με ξερό αίμα και ούρα. Με πρακτική εξάσκηση η NKVD είχε τελειοποιήσει τέτοιες απαίσιες επιχειρήσεις σε μια απάνθρωπη ‘‘επιστήμη’’.Αυτή η ‘‘μετακίνηση’’ εκτελέστηκε με μια ψυχρή αποτελεσματικότητα, που μοιάζει με την εξορία των Εβραίων στα στρατόπεδα θανάτου στην Πολώνια και στη Γερμανία».
Ο διωγμός των Τσετσένων και άλλων μικρών σοβιετικών εθνών, ήταν στην πραγματικότητα μια ολοκληρωτική εθνική εκκαθάριση. Ο Στάλιν χρησιμοποίησε την λέξη «Ochistit» (εκκαθαρίζω) στις διαταγές του προς τον Beria.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ
Οι Τσετσένοι σφραγίστηκαν σε φυλασσόμενα οχήματα για δυο ή τρεις εβδομάδες μέχρι τα τραίνα να διασχίσουν την σοβιετική ένωση και να κατευθυνθούν προς το ανατολικό Καζακστάν, το Κιρκιγιστάν και την Σιβηρία.
Όλες οι Τσετσένικες οικογένειες είχαν να διηγηθούν ιστορίες από χαμένους που πέθαναν στα τραίνα του διωγμού, που τις θυμούνται μέσα από τις αφηγήσεις για την εξορία που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.
Η παρακάτω αφήγηση είναι αντιπροσωπευτική αυτής της παράδοσης: «Από το κρύο και την βρωμιά άρχισαν να αρρωσταίνουν. Οι άνθρωποι πέθαναν από τον τύφο και οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να θάψουν αυτούς που πέθαιναν. Στις σπάνιες στάσεις στις άδειες στέπες οι στρατιώτες διέσχιζαν τα βαγόνια και πετούσαν έξω τα πτώματα».
Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία: «Το τραίνο σταμάτησε, ξανά, σε έναν ενδιάμεσο σταθμό στη στέπα και η πόρτα άνοιξε. Από το διπλανό βαγόνι έφτασε στα αυτιά μας μια κραυγή. Ποιος να είχε πεθάνει, άραγε; Ήταν μια έγκυος γυναίκα, που το μωρό της είχε πεθάνει».
Οι περισσότερες μαρτυρίες τονίζουν το γεγονός ότι οι στρατιώτες προσπάθησαν να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους σε κάθε βαγόνι τραίνου και οι εξόριστοι διηγούνται φρικιαστικές ιστορίες για τον τρόπο με τον οποίο ταξίδευαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε ανυπαρξία της στοιχειώδους υγιεινής στα σφραγισμένα βαγόνια. Ο τύφος ξέσπασε ανάμεσα στους ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους και οδήγησε  πολλούς στο θάνατο, με πιο ευάλωτους τους νέους και τους ηλικιωμένους.
Όταν έφθασαν στην κεντρική Ασία (οι περισσότεροι εξορισμένοι είχαν φτάσει μέσω της Alma Atta, την πρωτεύουσα της σοβιετικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας του Καζακστάν) 239.768 Τσετσένοι συγκεντρώθηκαν σε στρατόπεδα στο Καζακστάν και 70.997 στο Κιρκιγιστάν, ενώ οι υπόλοιποι ήταν διασκορπισμένοι στο Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν, το Ιρκούτσκ και στο Yakut, στη Σιβηρία. Πολλοί στάλθηκαν και σε στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων στη Σιβηρία.
Οι Τσετσένοι, όντας βουνίσιοι, είχανε τρομερή δυσκολία προσαρμογής στο κλίμα και τις συνθήκες στα μέρη της εξορίας και πολλοί πέθαναν από ελονοσία, τύφο, εντερικά προβλήματα και την έκθεση σε κακές συνθήκες διαβίωσης στις παράγκες, τα καταλύματα και τις αποθήκες.
Η πλειοψηφία των εξορισμένων κατέληξε σε ειδικά στρατόπεδα στην άγονη στέπα του Καζακστάν. Ένας Τσετσένος που επέζησε από την εξορία αφηγείται: «Πολλοί Τσετσένοι και Ινγκουσέτιοι πέθαναν από τις μεγάλες χιονοπτώσεις και τις χιονοθύελλες, με θερμοκρασία -40οC στην ατελείωτη στέπα. Οι «ειδικοί άποικοι» οδηγήθηκαν σε ειδικό καθεστώς διαβίωσης».
Τους πρώτους μήνες πέθαναν αβοήθητοι περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι. Πηγές των Σοβιετικών αρχών επιβεβαιώνουν τις κατηγορίες των Τσετσένων για υψηλό ρυθμό θνησιμότητας και δήλωσαν ότι μεταξύ του 1944 και του 1948 απεβίωσε περίπου το 24% των Τσετσένων, Ινγκουσέτιων, Karachais και Balkar που ήσαν εξόριστοι στο Καζακστάν.
Περιέργως, ίσως σαν αποτέλεσμα του τραύματος της εξορίας, ο ρυθμός γεννήσεων των Τσετσένων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στην ΕΣΣΔ. Οι Τσετσένοι φαίνεται ότι γεννούσαν εσκεμμένα παιδιά προκειμένου να κρατήσουν ζωντανό το έθνος τους.
Τα άλλα εξόριστα έθνη υπέστησαν σοβαρές απώλειες σε δημογραφική βάση, ενώ ο αριθμός των Τσετσένων που επέστρεψε στην πάτρια γη, μετά την λήξη της εξορίας κατά το 1956-1957 ήταν σχεδόν ίσος με αυτών που εξορίστηκε. Κατά την περίοδο της εξορίας οι Τσετσένοι φαίνεται πως είχαν αναπτύξει έναν κοινό πόθο για συνέχιση της φυλής τους.
Με την απουσία των Τσετσένων και των Ινγκουσέτιων η δική τους Αυτόνομη Δημοκρατία δεν υπήρχε και μετασχηματίστηκε στη Γκρόζνι Oblast (περιοχή του Γκρόζνι). Επί πλέον το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους στις νότιες περιοχές της διασκορπισμένης Τσετσενο-Ινγκουσέτικης Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας παραχωρήθηκε στη Δημοκρατία της Γεωργίας, χώρα καταγωγής του Στάλιν. Δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι και μικρότερος αριθμός Οσσετίων (ένας γειτονικός Καυκάσιος λαός, που ως επί το πλείστον αποτελείται από χριστιανούς), Avars και Dargins (μουσουλμανικές εθνικότητες που ζουν στην Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Νταγκεστάν) εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλειμμένα χωριά και σπίτια των Τσετσένων. Αυτοί φαίνεται να προσπάθησαν να εξαλείψουν κάθε τι που θυμίζει τον τρόπο ζωής των προηγούμενων κατοίκων με σκοπό να νομιμοποιήσουν ως δικά τους τα σπίτια και τη γη.
Επιπρόσθετα ο Στάλιν χρησιμοποίησε την μεγάλη επινοητικότητα του Orwell για να εκκαθαρίσει αυτήν την περιοχή από τα στοιχεία των Τσετσένων που κατοικούσαν σ’ αυτή. Τζαμιά κατεδαφίστηκαν, λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα Τσετσενικά κάηκαν, επιγραφές στην Τσετσένικη γλώσσα καταστράφηκαν και τα νεκροταφεία των Τσετσένων βεβηλώθηκαν.
Η εξάλειψη κάθε ανάμνησης από τους Τσετσένους επεκτάθηκε και σε τοπογραφικά ονόματα και πολλά ονόματα αρχαίων Τσετσένικων τόπων, ρωσοποιήθηκαν. Η Τσετσένικη πόλη Uruw Martan έγινε Krasmoarmeiskii (κόκκινος στρατός), η Achkoi Martan έγινε Novoselskii (καινούργιο χωριό), η Shalinskii έγινε Mezhdurechenskii (ανάμεσα σε ποταμούς) κ.τλ.
Οι Τσετσένοι όπως και οι άλλοι εξορισμένοι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης, όπως οι Ινγκουσέτιοι, οι Kalmyks, οι Meshketioan Turks, οι Τάταροι της Κριμαίας, οι Γερμανοί του Volga, οι Karachais και οι Balkars εξαφανίστηκαν από τον εθνικό χάρτη της ΕΣΣΔ.
O John Dunlop δηλώνει: «Η Τσετσένο-Ινγκουσετική Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία εξαφανίστηκε μέσα σε ένα πηγάδι αναμνήσεων».
Οι Τσετσένοι μιλούν με αποστροφή για τα χρόνια ταπείνωσης που πέρασαν όσο ίσχυε το καθεστώς Spetskomandantskii (ειδικό διοικητικό στρατιωτικό).
Αυτή είναι μια ιστορία που δεν θα πρέπει να ξεχαστεί…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here