Τι ήταν το μακάβριο εθιμοτυπικό "ο χορός του θανάτου" - Historical Report

Historical Report

History & Anthropology Studies

Science for all

Φωτογραφία του χρήστη Historical Report.

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Τι ήταν το μακάβριο εθιμοτυπικό "ο χορός του θανάτου"

Ο μακάβριος χορός η αλλιώς ο χορός του θανάτου, έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολλούς μελετητές. Παρά το γεγονός ότι οι μελετητές δε συμφωνούν ως προς το πότε ξεκίνησε αυτό το είδος χορού, σε γενικές γραμμές όλοι αναφέρονται στην ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή το μεσαίωνα. Στο μεσαίωνα, οπως είναι γνωστό, κυριαρχούσε η δεισιδαιμονία, οι προλήψεις, η σεμνοτυφία και ιδιαίτερα η στέρηση της ατομικής ελευθερίας. Ταυτόχρονα με την καταπίεση την οποία υφίσταντο οι άνθρωποι από τον πουριτανισμό της εκκλησίας, επιδημίες θανατηφόρες και ιδιαίτερα η πανώλη οδηγούσαν στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους, με αποτέλεσμα να εκκενώνονται ολόκληρα χωρία και να ξεκληρίζονται σε καθημερινή βάση οικογένειες χωρίς κανείς να μπορεί να τους βοηθήσει. Ο φόβος και η απελπισία οδήγησε τους ανθρώπους στη δημιουργία του χορού του θανάτου, σαν μια ανάγκη προσωπικής έκφρασης και ψυχικής αποτοξίνωσης.
Η ρίζα της λέξης μακάβριος βρίσκεται πιθανότατα στην αραβική magabir ή magabarag που σημαίνει νεκροταφείο ή, κατ' άλλη εκδοχή, στη λατινική λέξη macheria που σημαίνει τοίχος, ίσως γιατί συνήθιζαν να ζωγραφίζουν το μακάβριο χορό στους τοίχους των εκκλησιών και των νεκροταφείων. Στους τοίχους της εκκλησίας της Αγίας Εδρας στην Ωβέρνη υπήρχε ζωγραφισμένος ένας μακάβριος χορός. Τον αποτελούσαν ένας ιερωμένος, ένας ιππότης, ένας δεσπότης, ένας Ιακωβίνος, μια αρραβωνιασμένη, ένας τροβαδούρος με πεσμένο λαγούτο, ένας χωρικός, ένας καπουτσίνος και ενα μωρό στην κούνια με τη μητέρα του. Όλες τις φιγούρες, άσπρες σε ροζ φόντο, τις οδηγούσε χορεύοντας ο θάνατος (Ευαγγελιδη, 1991, σ.16).
Ο χορός του θανάτου πιστεύεται ότι είχε τις ρίζες του στη Γάλλια και στη συ­νέχεια διαδόθηκε στη Γερμανία, την Ιταλία. την Ισπανία και την Ανγλία. Συνεχί­στηκε η ύπαρξή του σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και προφανώς έφτασε στο αποκορύφωμά του στον 14ο και 16ο αιώνα, μιας και πολλές αναφορές σ' αυτόν συναντώνται σε ποιήματα, τραγούδια και δράματα ή απεικονίζεται σε τοιχογραφίες νεκροταφείων, εκκλησιών και μοναστηριών αυτής της εποχής (Kraus, 1980, σ.91)
Ο χορός του θανάτου, ο οποίος απεικονίζεται στο Cimetiere des Innocents στο Παρίσι, δημιουργήθηκε το 1424 και θεωρεπαι αφετηρία αυτής της παράδοσης. Το θέμα του θανάτου, ο οποίος αρπάζει ολα τα άτομα, από αυτοκράτορες μέχρι αγρότες, έγινε δημοφιλές κατά τη διάρκεια όλου του 15ου αιώνα. Υπήρξαν πολυάριθμοι χοροί του θανάτου, οι οποίοι απεικονίσθηκαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.
Τα παλαιοτέρα ίχνη αυτού του είδους χορού βρίσκονται στη Γερμανία, άλλα και σε ένα ισπανικό κείμενο, το "La Danza General de la Muerte". το οποίο χρονολογείται από το έτος 1360, γίνεται αναφορά σε μα δραματική απόδοση του χο­ρού του θανάτου. Αναφορά σε παρόμοιες περιγραφές χορού γινεται επίσης στην Bruges ενώπιον του Δούκα Φίλιππου του αγαθού της Βουργουνδίας, το 1449, στην Besancon και στην Γαλλία το 1424, στο Cimetiere des Innocents κοντά στο Παρίσι το 1424. Παρόμοια περιγραφή χορού γίνεται και στην Αγγλία για το χορό John Lydgate’s "Dance of Death” στο πρώτο μισό του δέκατου πέμπτου αιώνα. Στην Ιταλία, έκτος από τον παραδοσιακό χορό του θανάτου βρίσκουμε τις θεαμα­τικές αντιπροσωπεύσεις του θανάτου ως κατακτητή στο αποκαλούμενο "Trionfo della Morte” .
Τα ισχυρά σύμβολα του Μεσαίωνα μπορούμε να πούμε οτι ήταν δύο, ο θάνα­τος και ο διάβολος. Ο Θάνατος έγινε σύμβολο διότι εκείνη την εποχή υπήρχε σε κάθε οικογένεια. Η βασική αιτία των θανάτων ήταν κατά κύριο λόγο οι πολύ κα­κές συνθήκες υγιεινής οι οποίες επικρατούσαν, οπότε οι επιδημίες κυριαρχού­σαν άλλα και πολλοί άνθρωποι πέθαιναν, επίσης, από έλλειψη τροφής. Ο διάβο­λος χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εκφοβισμού των ανθρώπων, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης, απο την εκκλησία, η οποία ως γνωστόν το μεσαίωνα ήταν παντοδύνα­μη. Το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης των απλών ανθρώπων αλλά και των κληρικών επηρέασε στην επιβολή του εκφοβισμού.
Ο “χορός του θανάτου”, όπως αναφέρεται από άλλους μελετητές, ήταν αρχι­κά ένα είδος θεατρικού έργου, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του δέκατου τέταρτου αώνα. Ως αιτία της εμφάνισής του θεωρούν και αυτοί τις επιδη­μίες, οι οποίες, όπως αναφέρουν, ήταν τόσο συχνές και τόσο καταστρεπτικές, όπως η πανώλη ή, όπως ο κόσμος συνήθιζε να την αποκαλεί ο "μαύρος θάνατος" (Black Death), με αποτέλεσμα ο θάνατος να έχει γίνει ένα δημοφιλές θέμα το οποίο απασχόλησε τη φαντασία όλων των ανθρώπων οι οποίοι έζησαν εκείνη τη χρονική περίοδο. Οταν λοιπόν η πανώλη εξαπλώθηκε στην Ευρώπη το 1373, ο χορός του θανάτου απλώθηκε παντού και χορευόταν απο άντρες, γυναίκες και παιδιά. Την αρρώστια που αποδεκάτιζε, όπως προαναφέραμε, ολόκληρες πόλεις, την ονόμαζαν "μαύρη πανούκλα" και έγινε αφορμή δημιουργίας και ενός άλλου εί­δους μυστικιστικού χορού, εκτός από το χορό του θανάτου, ο οποίος λεγόταν Καρναβάλι της Απελπισίας.
Οι πιστοί, στο "Καρναβάλι της Απελπισίας", ξεκινούσαν μια θλιβερή λιτανεία (Procession des Flagallands) που σε όλη τη διαδρομή αυτομαστιγώνονταν, ενώ μία άλλη ομάδα πιστών τους συνοδεύε χορεύοντας και αυτοσχεδιάζοντας. Με αυτό τον τρόπο πίστευαν οτι εξιλεώνονταν και απέτρεπαν το κακό
Χαρακτηριστικά και δομή του μακάβριου χορού
Ο μακάβριος χορός μπορούμε να πούμε, στηριζόμενοι στις περιγραφές των μελετητών, ότι διατηρεί ρίζες από παλαιοτέρους χορούς, διότι ο άνθρωπος πά­ντα ένιωθε αδύναμος μπροστά στο θάνατο και το γεγονός αυτό τον γέμιζε φό­βο, τον οποίο προσπαθούσε να εκφράσει με τη ζωγραφική, με ποιήματα, με το τραγούδι και το χορό. Ο χορός του θανάτου αποκαλύπτει τη μεγάλη απασχόληση των ανθρώπων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου με το θάνατο.
Ο θάνατος λοιπόν αναπαριστάνεται, την εποχή αυτή του Μεσαίωνα, στην τε­λετουργία του "χορού του θανάτου", καθώς και σε πολλά τραγούδια, ποιήματα και εικόνες, σαν χορευτής, ο οποίος υποχρεώνει τους ανθρώπους σε οποιαδήπο­τε κατάσταση και ηλικία, όσο απρόθυμοι και να είναι, να χορέψουν μαζί του. Ό­λοι παίρνουν μέρος στο χορό με τη σειρά, σύμφωνα με τη διαβαθμισμένη κοινω­νική κλίμακα - ενάρετοι και αμαρτωλοί, πλούσιοι και φτωχοί, νέοι και γέροι.
Ενα ντοκουμέντο από τα αρχεία της εκκλησίας της Caudbec στη Γαλλία, περιγράφει ενα θεατρικό χορό, ο οποίος παρουσιάστηκε το 1393 και στον οποίο οι ηθοποιοί υποδύονταν τα διάφορα επαγγέλματα και τάξεις κι όπου, μετά από κά­θε επανάληψη του χορού, ένας χορευτής αποσυρόταν και εξαφανιζόταν. Στην ουσία ήταν μια αλληγορία, που έδειχνε οτι ο θάνατος είναι ο παγκόσμιος ισορροπιστής. Αναφέρει ότι “ο θάνατος εκδικείται οτιδήποτε είναι λάθος. Και οτιδήποτε, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρό είναι στον κόσμο των ζωντανών, πρέπει εν τέλει να παραδοθεί σε αυτόν".
Ο αριθμός των ανθρωπίνων χαρακτήρων και η σύνθεση του χορού μπορούσαν να ποικίλουν ανάλογα με το χρόνο, τόπο και το σκοπό του καλλιτέχνη, αλλά συ­νήθως ήταν είκοσι τέσσερις.
Οι χαρακτήρες του χορού είχαν συγκεκριμένους ρόλους, παπάς, αυτοκρά­τορας, καρδινάλιος, κατώτερος καλόγερος ή υποδιάκονος ή βασιλιάδες, πρί­γκιπες και βαρόνοι εως χωρικοί και εργάτες. Όπως έχει καταγραφεί, στη Γαλ­λία, κάθε χορευτής προχωράει ενα βήμα μπροστά, αλληλοδιάδοχος, συμφωνά με την κοινωνική του προέλευση. Ο θάνατος χορεύει γκροτεστα, τους κάνει ερωτήσεις και τελικά τους οδηγεί όλους στον τάφο .
Σ' αυτά τα θεατρικά παιχνίδια ο θάνατος εμφανιζόταν όχι ως καταστροφέας, άλ­λα ως αγγελιαφόρος του Θεού, ο οποίος καλούσε τα άτομα στον κόσμο, πέρα απο τον τάφο, μια επινόηση γνωστή στη Βίβλο και στους αρχαίους ποιητές. Η χορευτική κίνηση των χαρακτήρων ήταν μια κάπως πιο πρόσφατη ανάπτυξη και ο χορός του θανάτου ήταν πιθανόν το αποτέλεσμα.
Ο θάνατος εμφανίζεται στις χορευτικές παραστάσεις συχνά με ενα μου­σικό όργανο. Η μουσική έχει συνδεθεί από αρχαιοτάτων χρόνων με τα διά­φορα τελετουργικά της ζωής και του θανάτου. Η μουσική παρέχει τη μαγεία, τη μετάβαση απο τη γη στο άγνωστο. Οι σειρήνες ήταν μεγάλοι μουσικοί. Ο Ορφέας απελευθέρωσε την Ευρυδίκη απο τον Άδη με τα τραγούδια του. Σε μια απο τις περίγραφες του χορού του θανάτου αναφέρεται το παρακάτω ως λαικό έθιμο, στηριγμένο στα απομεινάρια της παλιάς θρησκείας.
".... έξω απο τον έλεγχο της εκκλησίας, ένα λαικό έθιμο συνεχίστηκε, στηριγ­μένο πάνω στα απομεινάρια της παλιάς Θρησκείας, με τη μορφή μιας εκτέλεσης δράματος-χορού στα μέσα του χειμώνα, στην οποία περιγραφόταν από τον ηθοποιό-χορευτή ένας αγώνας μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι ευρωπαϊκοί λαικοι χο­ροί οι οποίοι χορεύονταν κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου... περιλαμβά­νουν υπολείμματα της αναπαράστασης του δράματος της ζωής και του θανάτου. Συνήθως το χόρευαν γύρω στα Χριστούγεννα ή και ανήμερα την Πρωτοχρονιά, και αναπαρίστανε συμβολικά το θάνατο και την ανάσταση Αυτό το δράμα του θανάτου και της ανάστασης το οποίο χορευόταν με την αλλαγή του χρόνου, είναι γνωστό σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες" (Kennedy, 1950, σ. 36).
Ως προς τη δομή του τελετουργικού του χορού χαρακτηριστικό είναι το παρα­κάτω απόσπασμα:
“Τo δρώμενο του χορού του θανάτου ξεκινούσε με κήρυγμα ενός μοναχού ο οποίος αναφερόταν στο πόσο αναπόφευκτος ήταν ο θάνατος. Στο τέλος του κηρύγματος παρουσιάζονταν οι αγγελιοφόροι του θανάτου οι οποίοι ήταν ντυ­μένοι με ένα καλά εφαρμοστό κιτρινωπό λινό κοστούμι το οποίο είχε ζωγραφι­στεί έτσι ώστε να μοιάζει με σκελετό. Φορούσαν επίσης στο πρόσωπο και την κλασική μάσκα τού Θανάτου της εποχής. Ένας από αυτούς συστηνόταν στο άτομο που προορίζονταν για θύμα, το οποίο καλείται για να τον συνοδεύσει πέρα από τον τάφο. Το πρώτο θύμα ήταν συνήθως ο πάπας ή ο αυτοκράτορας. Η πρόσκληση δεν γινόταν δέκτη και δίνονταν διάφοροι λόγοι για να γίνει δέ­κτη η απόρριψη, αλλά αυτοί κρίνονταν ανεπαρκείς και τελικά ο θάνατος οδη­γούσε μακριά το θύμα του. Ένας δεύτερος αγγελιοφόρος παίρνει έπειτα το χέρι ενός νέου θύματος, ενός πρίγκιπα ή ενός καρδιναλίου, ο οποίος ακολουθείται από άλλους που αντιπροσωπεύουν τις διάφορες κατηγορίες της κοινωνίας. Ο συνηθισμένος αριθμός των χαρακτήρων στο χορό του θανάτου είναι εικοσιτέσσερις" 
Ο χορός του θανάτου συνήθως δεν είχε καθορισμένα βήματα, αλλά επικε­ντρωνόταν στις δραματοποιημένες κινήσεις των χορευτών και συχνά ελάμβανε τη μορφή μιας Φαραντολας. Η Φαραντόλα ή Φαραντόλ χορευόταν σε γραμμή, όπου ο ένας κρατούσε τον άλλον από τα χέρια ή με μαντίλια. Τα μέτρο της ήταν 6/8 και τα μουσικά όργανα τα οποία χρησιμοποιούσαν συνήθως ήταν το φλάουτο και το ταμπουρίνο και χορευ­όταν σε όλη την Ευρώπη, κυρίως από νέους.
Συχνά, μια πομπή μετατρεπόταν σε Φαραντόλα, μεγάλωνε σε χορευτική ευ­φορία και μετατρεπόταν σε ζευγαρωτό χορό με τραγούδι. Οταν η ένταση έφτα­νε στο αποκορύφωμα, η μουσική σταματούσε κι ένας πιστός, άντρας η γυναίκα, έπεφτε κάτω, παριστάνοντας το νεκρό. Τότε άρχιζε ένας πένθιμος χορός γύρω του με κινήσεις απελπισίας. Ακολουθούσε το “φιλί της ζωής” που το έδιναν οι χορευτές. Για τη συνέχεια υπάρχουν επίσης δύο εκδοχές: Στην πρώτη, ο νεκρός ανασταινόταν μετά το φιλί και ξανάρχιζε ο χορός. Στη δεύτερη, ο νεκρός δεν ανασταινόταν. Η συντροφιά του αντίθετου Φύλου έμενε παράμερα, πενθώ­ντας με παντομιμικές κινήσεις, ενώ η συντροφιά του ίδιου φύλου άρχιζε πάλι το χορό. Πιθανό να ίσχυαν και οι δύο εκδοχές, αλλά σε διαφορετικές πόλεις. Ωστόσο, το φιλί αυτό ήταν μοιραίο. Αντί για ζωή έφερνε το σπέρμα του θανά­του, γιατί οπωσδήποτε κάποιος από τους πιστούς έφερε το μικρόβιο της αρ­ρώστιας, το οποίο μετέδιδε με το φιλί.
Στην Ουγγαρία, ο χορός του Θανάτου είχε έναν ιδιότυπο χαρακτήρα. Ο προσποι­ούμενος το νεκρό σκέπαζε το πρόσωπό του με ένα μαντίλι και απο εκείνη τη στιγμή ο χορός γινόταν μια πένθιμος και μια χαρούμενος. Έπειτα, η συντροφιά σήκωνε τον δή­θεν νεκρό και προσπαθούσε με αστεία και κωμικές κινήσεις να τον κάνει να γελάσει, αυτός όμως έπρεπε να μείνει απαθής σαν πραγματικό πτώμα
Πάρα τις απαγορεύσεις απο την εκκλησία, ο χορός του θανάτου αναφέρεται οτι χορευόταν μέχρι και το 1930 σε ορισμένες περιφέρειες της Καταλονίας, ως μέρος των εκκλησιαστικών πομπών, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας
Το δρώμενο αυτό, το οποίο αναφέρεται ως '"Bal de la Mort" έπαιρνε το σχημα ενός τετράγωνου, στο οποίο συμμετείχαν δώδεκα άνδρες και τρεις γυναίκες, φο­ρώντας μαύρα ρούχα, πάνω στα οποίο είχαν ζωγραφίσει άσπρους σκελετούς. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μάσκες που αναπαριστούσαν κρανία. Ενας απο τους χορευτές κρατούσε ενα δρεπάνι, ένας άλλος ρολόι εκκρεμές και ο τρί­τος ενα λάβαρο. Ο μουσικός, έχοντας μονό ενα τύμπανο, είναι ντυμένος με μια αρματωσιά, κουκουλωμένος με μια μαύρη κάπα. Ακολουθούν την πομπή στη γιορτή της Αγίας Δωρεάς και συνεπώς είναι μέρος του λαϊκού εκκλησιαστικού χορού. Αυτός πού κρατάει το δρεπάνι δεν πρέπει να λάβει μέρος στο χορό, αλλά απλώς κυματίζει το δρεπάνι του στον αέρα και προς τη μεριά των παρευρισκομέ­νων. Οι υπόλοιποι χορεύουν και πηδάνε (Backman, 1952, σελ. 11).
Ο σκοπός αυτών των δρωμένων ήταν να κατανοηθεί η αλήθεια, ότι δηλαδή όλοι οι άνθρωποι κάποτε θα πεθάνουν και πρέπει επομένως να προετοιμαστούν για να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστή τους. Η σκηνή των δρωμένων αυτών ήταν συνήθως το νεκροταφείο ή η αυλή της εκκλησίας.
Όμως, η παρακμή είναι φαινόμενο της ανθρωπινής ύπαρξης και των εκδηλώ­σεων της. Στο Παρίσι,
στις γιορτές του Πάσχα, δημιουργήθηκαν, με το πρόσχημα των εκκλησιαστικών χορών, νυχτερινές παρελάσεις με μάσκες ζωών, που θύμι­ζαν περισσότερο παγανιστικούς χορούς παρά θρησκευτικούς. Οι συμμετέχοντες ξεπερνούσαν τα όρια της ευπρέπειας, άρχιζαν με φαγοπότι, με βασική τροφή το κρέας και συνέχιζαν με ξέφρενο χορό γύρω απο τις εκκλησίες, ακόμα και γυ­μνοί. Ηταν φανερό ότι η ιερότητα είχε εκλείψει και ο εκκλησιαστικός χορός περ­νούσε κρίση με επικίνδυνες διαστάσεις. Η εκκλησία, που θεωρείται ότι ακμάζει μεταξύ 11ου και 12ου αιώνα, ήταν ανίσχυρη να δράσει στο φαινουενο αυτό. Ο Μεσαίωνας ήταν γεμάτος ιστορίες για το χορό που, αν και αποδιοπομπαίος, είχε θέση ψυχικής αποτοξίνωσης και συχνά έφτανε σε φρενίτιδα και καμία δύναμη δε μπορούσε να σταματήσει το έξαλλο πλήθος

Λιγοστές πηγές αναφέρουν τις απόψεις της τότε επιστημονικής κοινότητας για το φαινόμενο του χορού του θανάτου. Γενικότερα αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμα φαινόμενο. Η εκκλησία δεν είχε συγκεκριμένη γραμμή πάνω στο θέμα, Σε γενικές γραμμές, τις περισσότερες φορές επέτρεπε τη διεξαγωγή του μακάβριου χορού και άλλων παρεμφερών χορών, όταν δεν αντικρουόταν με τα ήθη της επο­χής. Στο μοναδικό τομέα που κράτησε καθορισμένη γραμμή ήταν στο να μη διε­ξάγεται μέσα στα νεκροταφεία.
Η εκκλησία ήταν πολύ καλά ενημερωμένη γι' αυτήν τη συμβολική σημασία. Από τον 4° μέχρι τον 18° αιώνα, υπήρχαν πολλές απαγορεύσεις εναντίον του χορού για τους νεκρούς στα νεκροταφεία και συγκεκριμένα, εναντίον των χορών που ήταν άσεμνοι και αισχροί ή που περιλάμβαναν γιορτασμούς και πιοτό. Η Ρωμαϊκή Σύνοδος, υπό τον Λέοντα τον Δ’, διέταξε στις αρχές του 9ου αιώνα Οτι: "Παρουσία του αληθινού και ζώντος Θεού, τα διαβολικά τραγούδια που ακούγονται τις νύχτες πά­νω σπο τους τάφους των νεκρών πρέπει να σταματήσουν, καθώς και ο θόρυβος που τα συνοδεύει", Και μια κατοπινή απόφαση λέει: "Οποιοσδήποτε θάβει νεκρό θα πρέ­πει να το κάνει διαπνεόμενος απο δέος και αξιοπρέπεια. Δεν θα επιτραπεί σε κανέ­να να άδει διαβολικά άσματα, να εκτελεί αγώνες και χορούς που έχουν επινοηθεί απο τους ειδωλολάτρες και είναι εμπνευσμένοι απο τον διάβολο".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Post Bottom Ad

Responsive Ads Here